condemnation

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌkɒndɛmˈneɪʃən/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kon′dem nāshən, -dəm-)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
condemnation n (disapproval, censure)αποδοκιμασία ουσ θηλ
  επίκριση ουσ θηλ
 Daniel was humiliated by the public condemnation he received.
 Not being reelected can be seen as a condemnation of that politician's policies.
condemnation n (law: conviction)καταδίκη ουσ θηλ
 The condemnation cannot be erased from your record.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'condemnation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση condemnation στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «condemnation».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!