composed

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəmˈpəʊzd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/kəmˈpoʊzd/ ,USA pronunciation: respelling(kəm pōzd)

From the verb compose: (⇒ conjugate)
composed is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: composed, compose

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
composed of [sth] adj + prep (made up of [sth])που συνίσταται από κτ, που αποτελείται από κτ, που συγκροτείται από κτ περίφρ
 Our group is composed of two professors and three students.
 Η ομάδα μας αποτελείται από δύο καθηγητές και τρεις φοιτητές.
composed,
self-composed
adj
(person: calm)συγκροτημένος μτχ πρκ
 Even in stressful situations, Cameron is composed.
 Ακόμη και σε αγχωτικές καταστάσεις, ο Κάμερον είναι συγκροτημένος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
compose [sth] vtr (write music)συνθέτω ρ μ
  γράφω ρ μ
 Mozart composed numerous operas.
 Ο Μότζαρτ συνέθεσε πολυάριθμες όπερες.
compose [sth] vtr (write [sth])γράφω ρ μ
  συντάσσω ρ μ
  (λόγιος)συνθέτω ρ μ
  (λόγιος)συγγράφω ρ μ
 Brad sat down and composed a letter to his mother.
 Ο Μπραντ κάθισε και έγραψε μια επιστολή προς τη μητέρα του.
compose [sth] vtr (create [sth])δημιουργώ
  (λόγιος, επίσημο)συνθέτω ρ μ
  (κείμενο)γράφω ρ μ
 The author composed his first story when he was six year old.
 Ο συγγραφέας έγραψε την πρώτη του ιστορία όταν ήταν έξι ετών.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
compose [sth] vtr often passive (be part of [sth], make up [sth])αποτελώ ρ μ
 A bunch of crooks compose this government.
 Earth's atmosphere is composed of oxygen, nitrogen, and other gases.
compose [sth] vtr (arrange, order [sth])συνθέτω ρ μ
 The artist composed and painted a beautiful still life of fruit and flowers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
compose | composed
ΑγγλικάΕλληνικά
compose yourself vtr + refl (make yourself calm)ηρεμώ, συνέρχομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)καλμάρω ρ αμ
  (αργκό, μεταφορικά)μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'composed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: kept (cool,) calm and composed (when), [be, stay, keep, remain] (calm and) composed, kept himself composed (when), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση composed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «composed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!