WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the common man n dated, uncountable (ordinary citizen, lay person) (μεταφορικά)κοινός θνητός, κοινή θνητή φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  (ως σύνολο)ο απλός λαός έκφρ
 The political parties are all trying to appeal to the common man.
common man n (male commoner, without title)απλός πολίτης, άνθρωπος του λαού φρ ως ουσ αρσ
  (μεταφορικά)κοινός θνητός φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  (ενίοτε υποτιμητικό)πληβείος ουσ αρσ
  (ως σύνολο)ο απλός λαός έκφρ
 If a common man married the daughter of a nobleman, she would lose her title.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'common man' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση common man στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «common man».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!