Σε αυτή τη σελίδα: coddled, coddle

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
coddled adj (pampered)κακομαθημένος μτχ πρκ
  παραχαϊδεμένος μτχ πρκ
 Sally had been a coddled child and expected other people to solve all her problems.
coddled adj (food, esp. eggs: boiled gently)σιγοβρασμένος μτχ πρκ
  (κατά λέξη)μαγειρεμένος σε ζεστό νερό που δεν βράζει
 Steve enjoys having coddled eggs for breakfast.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
coddle [sb] vtr (pamper, pander to [sb](καθομιλουμένη)νταντεύω, κανακεύω ρ μ
  φροντίζω ρ μ
  (αρνητική έννοια)υπερπροστατεύω ρ μ
 Max's mother coddled him, and he's never had to face criticism in his life.
coddle [sth] vtr (food, esp. eggs: boil gently)σιγοβράζω ρ μ
 Be careful not to overcook the eggs; just coddle them.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'coddled' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση coddled στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «coddled».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!