cloying

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈklɔɪɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈklɔɪɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(kloi′ing)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: cloying, cloy

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cloying adj (taste, smell: too sweet)γλυκερός επίθ
  (γεύση)λιγωτικός επίθ
  (μεταφορικά)πετιμέζι ουσ ως επίθ
 The cloying smell of his cologne filled the elevator.
cloying adj figurative (too sentimental)γλυκανάλατος επίθ
  (μεταφορικά)γλυκερός επίθ
 The movie is just another cloying love story.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cloy⇒ vi (be overly sweet) (κυριολεκτικά, μεταφορικά)είμαι γλυκανάλατος, είμαι γλυκερός ρ έκφρ
  (κυρ, μτφ: δυσαρέσκεια)αηδιάζω κπ, αναγουλιάζω κπ ρ μ
 The sentimental tone of the novel soon starts to cloy.
cloy [sb]⇒ vtr literary, archaic (sicken)λιγώνω ρ μ
 The heady smell of alcohol and cigar smoke cloyed Daphne.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cloying' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cloying στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cloying».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!