cave

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkeɪv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/keɪv/ ,USA pronunciation: respelling(kāv)

Inflections of 'cave' (v): (⇒ conjugate)
caves
v 3rd person singular
caving
v pres p
caved
v past
caved
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cave n (in ground)σπηλιά ουσ θηλ
  (επίσημο)σπήλαιο ουσ ουδ
 Kentucky has a large network of caves for tourists to explore.
 Το Κεντάκυ έχει ένα μεγάλο δίκτυο σπηλαίων που μπορούν να εξερευνήσουν οι τουρίστες.
cave n (wine cellar)κάβα ουσ θηλ
  κελάρι ουσ ουδ
 The mansion has a spacious cave for storing wine.
 Η έπαυλη έχει μια ευρύχωρη κάβα για την αποθήκευση κρασιού.
cave,
go caving
vi
(explore caves)εξερευνώ σπήλαια ρ μ + ουσ ουδ πλ
  κάνω σπηλαιολογία ρ μ + ουσ θηλ
 You need to be fit and healthy to cave, as it can be a strenuous activity.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cave vi slang (give in) (καθομ, μεταφορικά)κάνω πίσω έκφρ
  υποχωρώ, ενδίδω ρ αμ
 The children's father finally caved and bought new toys for them.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
cave in vi phrasal (collapse inward) (κυριολεκτικά)υποχωρώ ρ αμ
  καταρρέω ρ αμ
  κατακρημνίζομαι ρ αμ
 When the ceiling supports gave way, the mine caved in and everyone was trapped inside.
 Όταν υποχώρησαν τα στηρίγματα της οροφής, το ορυχείο κατέρρευσε και οι πάντες παγιδεύτηκαν μέσα.
cave in vi phrasal figurative (give in, change your mind) (μεταφορικά)υποχωρώ ρ αμ
 After a prolonged strike, the government finally caved in and agreed to all of the union's demands.
 Στη συνέχεια μιας παρατεταμένης απεργίας, η κυβέρνηση τελικά υποχώρησε και συμφώνησε σε όλα τα αιτήματα των συνδικάτων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cave art n (prehistoric paintings in caves)σπηλαιογραφίες ουσ θηλ πλ
cave dweller n ([sb] who lives in cave)αυτός που μένει σε σπηλιά περίφρ
cave dweller n ([sb] prehistoric who lived in cave)άνθρωπος των σπηλαίων φρ ως ουσ αρσ
cave dweller n pejorative ([sb] living in apartment in big city) (σε μεγαλούπολη)κάτοικος διαμερίσματος φρ ως ουσ αρσ/θηλ
cave-in n (collapse)κατάρρευση ουσ θηλ
 A cave-in at a Chilean mine in 2010 trapped 33 miners, but they were all rescued.
cave painting n (picture in cave)ζωγραφική σπηλαίων φρ ως ουσ θηλ
  τοιχογραφία σπηλαίου φρ ως ουσ θηλ
 The cave paintings show various wild animals.
caveman,
cave man
n
(prehistoric man)άνθρωπος των σπηλαίων φρ ως ουσ αρσ
 Contrary to many depictions in popular culture, cavemen did not exist at the same time as dinosaurs.
caveman,
cave man
n
figurative, pejorative (rough or coarse person)αγριάνθρωπος ουσ αρσ
  (μεταφορικά)άνθρωπος των σπηλαίων φρ ως ουσ αρσ
 Dom is such a caveman; he chews with his mouth open and is always belching loudly.
caveperson,
cave person,
plural: cavepeople,
cave people
n
(prehistoric human)άνθρωπος των σπηλαίων φρ ως ουσ αρσ
cavewoman,
cave woman
n
(prehistoric woman)γυναίκα των σπηλαίων φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cave' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: cave [people, animals, monkeys], is a cave dweller, prehistoric cave [paintings, art, people], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cave στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cave».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!