bookmaker

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbʊkmeɪkər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈbʊkˌmeɪkɚ/ ,USA pronunciation: respelling(bŏŏkmā′kər)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bookmaker n (person who takes and pays off bets) (καθομιλουμένη)μπουκ, μπούκερ, μπουκμέικερ ουσ αρσ/θηλ
  πράκτορας στοιχημάτων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
Σχόλιο: μπούκμεϊκερ: ξενικό, άκλιτο
 The bookmaker is offering odds of 3 to 1 on that horse to win.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bookmaker' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bookmaker στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bookmaker».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!