biggest



WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
biggest,
the biggest
adj
(largest in size or amount) (σε μέγεθος, ποσότητα)μεγαλύτερος επίθ
  πιο μεγάλος περίφρ
  (λόγιο: πάρα πολύ μεγάλος)μέγιστος επίθ
Σχόλιο: This term needs to be used with either the definite article or a possessive pronoun.
 Tokyo is one of the biggest cities in the world.
 Το Τόκιο είναι μια από τις μεγαλύτερες πόλεις στον κόσμο.
biggest,
the biggest
adj
(greatest, most important) (σε σπουδαιότητα)μεγαλύτερος, σπουδαιότερος, σημαντικότερος επίθ
  πιο σπουδαίος, πιο σημαντικός περίφρ
Σχόλιο: This term needs to be used with either the definite article or a possessive pronoun.
 His biggest contribution to science was his last book.
 Η μεγαλύτερη (or: σπουδαιότερη) συνεισφορά του στην επιστήμη ήταν το τελευταίο του βιβλίο.
the biggest n (largest, greatest one) (για μέγεθος)μεγαλύτερος επίθ
 I don't care how you divide the rooms but I want the biggest.
 Δε μ' ενδιαφέρει πώς θα δώσεις τα δωμάτια, εγώ όμως θέλω το μεγαλύτερο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'biggest' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση biggest στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «biggest».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!