bidder

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɪdər/

  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bidder n ([sb] who bids at an auction)προσφέρων μτχ ενεστ
  υποβάλλων προσφορά φρ ως ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)υποψήφιος, υποψήφια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Many bidders came to the auction last week.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
the highest bidder n (person offering the most money)πλειοδότης ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bidder' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: will be [awarded, granted] to the highest bidder, was sold to the highest bidder, He was (not) the highest bidder., περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bidder στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bidder».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!