assertion

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈsɜːrʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/əˈsɝʃən/ ,USA pronunciation: respelling(ə sûr′shən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
assertion n (declaration, statement) (δήλωση)ισχυρισμός ουσ θηλ
 You make an assertion but provide no evidence to back it up.
 Κάνεις τον ισχυρισμό σου, όμως δεν παρέχεις τις αποδείξεις για να τον στηρίξεις.
assertion n (claim) (αξίωση)διεκδίκηση ουσ αρσ
 Their assertion of their rights is based on the constitution.
 Η διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους βασίζεται στο Σύνταγμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
self-assertion n (confident expression of opinions) (θετικό)αυτοπεποίθηση ουσ θηλ
  (αρνητικό)αυτοπροβολή ουσ θηλ
  έπαρση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'assertion' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: that's a bold assertion to make, yes, that is my assertion, his assertion that [he was fired unjustly], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση assertion στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «assertion».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!