• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
alpha adj (man, dog: dominant)κυρίαρχος επίθ
 A dog sees its human companion as the alpha member of the pack.
alpha n (Greek letter) (γράμμα)άλφα ουσ ουδ
 Alpha is the first letter of the Greek alphabet.
alpha n figurative (first thing) (μεταφορικά)άλφα επίθ
  πρώτος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
alpha decay n (physics: radioactive decay) (φυσική)διάσπαση άλφα επίθ + ουσ θηλ
alpha female n slang (strong woman)γυναίκα με αυτοπεποίθηση και δύναμη
  (μεταφορικά)κυρίαρχο θηλυκό επίθ + ουσ ουδ
alpha male n (man, dog: dominant)κυρίαρχο αρσενικό επίθ + ουσ ουδ
  άλφα αρσενικό, alpha αρσενικό επίθ + ουσ ουδ
alpha particle n (physics: positive charge) (φυσική)σωματίδιο άλφα ουσ ουδ
 Alpha particles cannot travel very far through air.
alpha radiation n (physics: particles emitted) (φυσική)ακτινοβολία άλφα ουσ θηλ
 Alpha radiation is highly ionising.
alpha test n (software: first trial) (Η/Υ)πρώτη δοκιμή επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'alpha' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
bro

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση alpha στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «alpha».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!