WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accelerate [sth] vtr (hasten)επιταχύνω, επισπεύδω ρ μ
 Global warming is accelerating the disappearance of glaciers.
 Η υπερθέρμανση του πλανήτη επιταχύνει (or: επισπεύδει) την εξαφάνιση των πάγων.
accelerate vi (go faster)επιταχύνομαι ρ αμ
 The rocket begins to accelerate far above the atmosphere.
accelerate vi (speed up: in car)επιταχύνω ρ αμ
  πατάω γκάζι έκφρ
 Don't accelerate till you're outside the gates.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'accelerated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση accelerated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «accelerated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!