Sabbath

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsæbəθ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈsæbəθ/ ,USA pronunciation: respelling(sabəth)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Sabbath n (day of worship and rest) (γενικά)μέρα ξεκούρασης, έβδομη ημέρα φρ ως ουσ θηλ
  (Χριστιανισμός)Κυριακή ουσ θηλ κύρ
  (Ιουδαϊσμός)Σάββατο ουσ θηλ κύρ
Σχόλιο: Αναφέρεται στην έβδομη ημέρα της εβδομάδας, που αποτελεί μέρα ξεκούρασης.
 In our community, it's important to rest on the Sabbath.
Sabbath,
the Sabbath
n
(Christian day of rest: Sunday) (Χριστιανισμός)Κυριακή ουσ θηλ κύρ
  (Βίβλος)έβδομη ημέρα φρ ως ουσ θηλ
 Many stores are not open on the Sabbath.
Sabbath n (Jews and some Christians: Saturday) (θρησκεία, Ιουδαϊσμός)Σάββατο ουσ ουδ κύρ
 Jews observe the Sabbath on Saturday.
Sabbath,
witches' Sabbath,
sabbat
n
(meeting of witches)συγκέντρωση μαγισσών φρ ως ουσ θηλ
 The witches gathered late at night for their annual Sabbath.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Sabbath day n (religion: weekly day of rest)ιουδαϊκό Σαββάτο ουσ ουδ
 Sunday is the Christian sabbath day.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Sabbath' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Sabbath στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Sabbath».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!