Passer

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(pasər, päsər)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
passer n (sport: player passing ball) (αθλητικά)πασαδόρος ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Some are good passers; others prefer to hog the ball.
 Κάποιοι είνα καλοί πασαδόροι. Άλλοι προτιμούν να κρατούν την μπάλα για πολύ ώρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
laissez-passer n (UN passport) (ΟΗΕ)laissez-passer ουσ ουδ άκλ
  πάσο laissez-passer, διαβατήριο laissez-passer περίφρ
passer-by,
passerby,
plural: passers-by,
passersby
n
(person who is walking past)περαστικός ουσ αρσ
 The police spoke to a passer-by who had seen the whole accident.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Passer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Passer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!