• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: Lord, lord

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Lord n (Christianity: god) (θρησκεία, χριστιανισμός)Κύριος ουσ αρσ κύρ
 The priest talked about the power of the Lord.
 Ο παπάς μιλούσε για τη δύναμη του Κυρίου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lord of [sth] n figurative (ruler)κυβερνώ, εξουσιάζω ρ μ
  (καθομιλουμένη, λαϊκό, λογοτεχνία)διαφεντεύω ρ μ
 The duke was lord over the entire region.
 Ο δούκας εξουσίαζε ολόκληρη την περιοχή.
lord,
Lord
n
(British peer, member of nobility)λόρδος ουσ αρσ
Σχόλιο: Capitalized when used as a title or in direct address
 The king granted a knight the title of a lord.
 Lord Wilmorth visited the Queen last month.
 Ο βασιλιάς απένειμε σε έναν ιππότη τον τίτλο του λόρδου. // Ο λόρδος Γουίλμορθ επισκέφθηκε τη βασίλισσα τον περασμένο μήνα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lord n (ceremonial title)μη διαθέσιμη μετάφραση
 The lord bishop spent the last month visiting the Vatican.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
Lord | lord
ΑγγλικάΕλληνικά
Lord Chancellor,
Lord High Chancellor
n
(British cabinet minister)λόρδος καγκελάριος φρ ως ουσ αρσ
Lord Chief Justice n (UK Court of Appeal judge)δικαστής εφετείου στο Ηνωμένο Βασίλειο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
Lord's day n (Christianity: Sunday)Κυριακή ουσ θηλ
 The Lord's Day should be reserved for worship and not work.
Lord's Prayer n (Christian prayer: sung, recited) (προσευχή)Πάτερ ημών ουσ ουδ
 When I was at school we were made to recite the Lord's Prayer every morning, but few people knew what it was all about.
my Lord n (term of address for a peer)κύριε ουσ αρσ
  αφέντη ουσ αρσ
  άρχοντα ουσ αρσ
 My lord, your tea is ready.
my Lord n (Christianity: God)ο Θεός μου, ο Κύριός μου έκφρ
 I try to do what my Lord would want me to do.
praise the Lord interj (religious exclamation)δόξα τω Θεώ επιφ
  δόξα να 'χει ο Κύριος επιφ
 Praise the Lord, it's finally suppertime!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Lords' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Lords στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Lords».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!