| Κύριες μεταφράσεις |
| extra adj | (more than normal) (παραπάνω από το κανονικό) | επιπρόσθετος επίθ |
| | | επιπλέον επίθ άκλ |
| | (καθομιλουμένη) | έξτρα επίθ άκλ |
| | She received extra pay for the additional hours that she worked. |
| | Πήρε επιπρόσθετα χρήματα για τις παραπάνω ώρες που δούλεψε. |
| | Πήρε επιπλέον χρήματα για τις παραπάνω ώρες που δούλεψε. |
| | Πήρε έξτρα χρήματα για τις παραπάνω ώρες που δούλεψε. |
| extra- adj | prefix (of outside) | εξω- α' συνθετικό |
| | He had been involved in an extra-marital affair. |
| | Είχε μια εξωσυζυγική σχέση. |
| extra adj | (extraordinary) | αυτό το κάτι έκφρ |
| | She wasn't just a star. She had that something extra. |
| | Δεν ήταν απλά σταρ. Είχε αυτό το κάτι. |
| extra adj | (supplementary) | επιπλέον επίρ ως επίθ |
| | Due to changes to the schedule, the railway issued an extra timetable. |
| | Λόγω αλλαγής στο πρόγραμμα, στον σιδηροδρομικό σταθμό αναρτήθηκε ένας επιπλέον πίνακας δρομολογίων. |
| extra adv | informal (above usual amount) | επιπλέον επίρ |
| | | παραπάνω επίρ |
| | | εξτρά, έξτρα επίρ |
| | The restaurant charges extra if you want a side of ice cream with your apple pie. |
| | A side of ice cream will be $2 extra. |
| | Το εστιατόριο χρεώνει επιπλέον, αν ζητήσεις παγωτό μαζί με τη μηλόπιτά σου. // Το συνοδευτικό παγωτό κοστίζει 2 δολάρια επιπλέον. |
| | Το εστιατόριο χρεώνει παραπάνω, αν ζητήσεις παγωτό μαζί με τη μηλόπιτά σου. |
| | Το εστιατόριο χρεώνει εξτρά, αν ζητήσεις παγωτό μαζί με τη μηλόπιτά σου. |
| extra adv | informal (above usual degree) | πολύ, ιδιαίτερα επίρ |
| | (πιο πολύ από ότι συνήθως) | πιο μόριο |
| | (πιο πολύ από όσο έπρεπε) | υπερβολικά επίρ |
| | They worked extra hard that day. |
| | Δούλεψαν πολύ σκληρά εκείνη τη μέρα. |
| | Δούλεψαν πιο σκληρά εκείνη τη μέρα. |
| | Δούλεψαν υπερβολικά σκληρά εκείνη τη μέρα. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| extra adj | (more than needed) (καθομιλουμένη) | παραπανίσιος επίθ |
| | | παραπάνω επίθ άκλ |
| | My father always makes extra food when he cooks, just in case unexpected guests arrive. |
| | Ο πατέρας μου πάντα βάζει παραπανίσιο φαγητό όταν μαγειρεύει, σε περίπτωση που έρθουν απρόσμενοι καλεσμένοι. |
| extra n | (newspaper) | ειδική έκδοση περίφρ |
| | The news was so special they printed an extra. |
| | Τα νέα ήταν τόσο ξεχωριστά που τύπωσαν ειδική έκδοση. |
| extra n | (movies) | κομπάρσος ουσ αρσ |
| | (καθομιλουμένη) | κομπάρσα ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | βοηθητικός ηθοποιός, βοηθητική ηθοποιός περίφρ |
| | He was an extra in the scene and played the third soldier on the left. |
| | Ήταν κομπάρσος στη σκηνή και έπαιξε τον τρίτο στρατιώτη από αριστερά. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η κομπάρσα έκανε την καμαριέρα στο σίριαλ. |
| | Ήταν βοηθητικός ηθοποιός στη σκηνή και έπαιξε τον τρίτο στρατιώτη από αριστερά. |