• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
extra adj (more than normal) (παραπάνω από το κανονικό)επιπρόσθετος επίθ
  επιπλέον επίθ άκλ
  (καθομιλουμένη)έξτρα επίθ άκλ
 She received extra pay for the additional hours that she worked.
 Πήρε επιπρόσθετα χρήματα για τις παραπάνω ώρες που δούλεψε.
 Πήρε επιπλέον χρήματα για τις παραπάνω ώρες που δούλεψε.
 Πήρε έξτρα χρήματα για τις παραπάνω ώρες που δούλεψε.
extra- adj prefix (of outside)εξω- α' συνθετικό
 He had been involved in an extra-marital affair.
 Είχε μια εξωσυζυγική σχέση.
extra adj (extraordinary)αυτό το κάτι έκφρ
 She wasn't just a star. She had that something extra.
 Δεν ήταν απλά σταρ. Είχε αυτό το κάτι.
extra adj (supplementary)επιπλέον επίρ ως επίθ
 Due to changes to the schedule, the railway issued an extra timetable.
 Λόγω αλλαγής στο πρόγραμμα, στον σιδηροδρομικό σταθμό αναρτήθηκε ένας επιπλέον πίνακας δρομολογίων.
extra adv informal (above usual amount)επιπλέον επίρ
  παραπάνω επίρ
  εξτρά, έξτρα επίρ
 The restaurant charges extra if you want a side of ice cream with your apple pie.
 A side of ice cream will be $2 extra.
 Το εστιατόριο χρεώνει επιπλέον, αν ζητήσεις παγωτό μαζί με τη μηλόπιτά σου. // Το συνοδευτικό παγωτό κοστίζει 2 δολάρια επιπλέον.
 Το εστιατόριο χρεώνει παραπάνω, αν ζητήσεις παγωτό μαζί με τη μηλόπιτά σου.
 Το εστιατόριο χρεώνει εξτρά, αν ζητήσεις παγωτό μαζί με τη μηλόπιτά σου.
extra adv informal (above usual degree)πολύ, ιδιαίτερα επίρ
  (πιο πολύ από ότι συνήθως)πιο μόριο
  (πιο πολύ από όσο έπρεπε)υπερβολικά επίρ
 They worked extra hard that day.
 Δούλεψαν πολύ σκληρά εκείνη τη μέρα.
 Δούλεψαν πιο σκληρά εκείνη τη μέρα.
 Δούλεψαν υπερβολικά σκληρά εκείνη τη μέρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
extra adj (more than needed) (καθομιλουμένη)παραπανίσιος επίθ
  παραπάνω επίθ άκλ
 My father always makes extra food when he cooks, just in case unexpected guests arrive.
 Ο πατέρας μου πάντα βάζει παραπανίσιο φαγητό όταν μαγειρεύει, σε περίπτωση που έρθουν απρόσμενοι καλεσμένοι.
extra n (newspaper)ειδική έκδοση περίφρ
 The news was so special they printed an extra.
 Τα νέα ήταν τόσο ξεχωριστά που τύπωσαν ειδική έκδοση.
extra n (movies)κομπάρσος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)κομπάρσα ουσ θηλ
  (επίσημο)βοηθητικός ηθοποιός, βοηθητική ηθοποιός περίφρ
 He was an extra in the scene and played the third soldier on the left.
 Ήταν κομπάρσος στη σκηνή και έπαιξε τον τρίτο στρατιώτη από αριστερά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η κομπάρσα έκανε την καμαριέρα στο σίριαλ.
 Ήταν βοηθητικός ηθοποιός στη σκηνή και έπαιξε τον τρίτο στρατιώτη από αριστερά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
extra large,
extra-large
adj
(clothing: XL, outsize)XL επίθ άκλ
  (ανεπίσημο)έξτρα λαρτζ επίθ άκλ
extra large,
extra-large
adj
(serving of pizza, etc.: big)πολύ μεγάλος φρ ως επίθ
extra small,
extra-small
adj
(clothing size: XS, smallest)extra small επίθ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Extra-' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Extra- στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Extra-».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!