WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Dick n (male name: nickname for Richard)Ντικ ουσ αρσ κύρ
 Do you prefer to be called Richard, Rick or Dick?
 Προτιμάς να σε φωνάζουν Ρίτσαρντ, Ρικ ή Ντικ;
dick n vulgar, offensive, informal (penis) (ευφημισμός, μεταφορικά)πουλί, τσουτσούνι ουσ ουδ
  (χυδαίο)πούτσα, ψωλή ουσ θηλ
  (χυδαίο)πούτσος ουσ αρσ
 He thinks with his dick and not with his brain.
 Σκέφτεται με το πουλί και όχι με το μυαλό του.
 Σκέφτεται με την πούτσα και όχι με το μυαλό του.
 Σκέφτεται με τον πούτσο και όχι με το μυαλό του.
dick n pejorative, vulgar, offensive, informal (mean fellow) (υβριστικό: αχρείος)μαλάκας, πούστης, καριόλης ουσ αρσ
  (προσβλητικό)καθίκι, καθοίκι ουσ ουδ
  (προσβλητικό)μπάσταρδος ουσ αρσ
 That guy is such a dick for leaving without paying his share of the bill.
 Τι μαλάκας! Έφυγε χωρίς να πληρώσει το μερίδιό του.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μου ’κοψε τον δρόμο, το καθίκι!
spotted dick n UK (suet pudding containing fruit)γλυκό με αποξηραμένα φρούτα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Dick, στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Dick,».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!