Ο όρος 'dickybird' παραπέμπει στον όρο 'dickey'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'dickybird' is cross-referenced with 'dickey'. It is in one or more of the lines below.
WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
dickybird n | informal (child's word for a bird) | πουλάκι ουσ ουδ |
| (παιδικό) | τσίου τσίου ουσ ουδ ακλ |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
dicky, dickey adj | UK, slang (device: malfunctioning) | χαλασμένος επίθ |
| (αποδοκιμασίας) | σαραβαλιασμένος μτχ πρκ |
| I'll show you how to turn on that dicky heater; there's a knack to it. |
dicky, dickey adj | UK, slang (heart, stomach: unwell) | αδύναμος επίθ |
| | που έχει πρόβλημα περίφρ |
| (μεταφορικά: στομάχι) | χαλασμένος επίθ |
| Martin has to take it easy, as he's got a dicky ticker. |
| I must have eaten something that didn't agree with me; I've got a dicky tummy. |
| Ο Μάρτιν πρέπει να προσέχει, έχει αδύναμη καρδιά. |
| Ο Μάρτιν πρέπει να προσέχει, η καρδιά του έχει πρόβλημα. |
dickey, dicky, dickie n | (detachable shirt front or collar) | αφαιρούμενο κολάρο περίφρ |
| | αφαιρούμενο μπροστινό μέρος σε πουκάμισο περίφρ |
dicky, dickey, dickie, dicky bow, dickey bow, dickie bow n | UK (bow tie) | παπιγιόν ουσ ουδ άκλ |
Επιπλέον μεταφράσεις |
dickey n | dated (male donkey) | γάιδαρος ουσ αρσ |
dickey n | (child's bib) | σαλιάρα ουσ θηλ |
dickey, dickeybird, dicky, dickybird n | infantile (small bird) | πουλάκι ουσ ουδ |
| (παιδικό) | τσίου τσίου ουσ ουδ άκλ |
dickey, dickey box n | (driver's seat on a carriage) | θέση οδηγού φρ ως ουσ θηλ |