DOE

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'DOE': /ˌdiːəʊˈiː/; 'doe': /ˈdəʊ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/doʊ/ ,USA pronunciation: respelling(dō)

Inflections of 'doe' (n):
does
npl
doe
npl (Can be used as a collective plural—e.g. "We saw a stag and several doe.")
  • WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: DOE, doe

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
DOE n US, initialism (Department of Energy) (των ΗΠΑ)Υπουργείο Ενέργειας φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doe n (female deer)θηλυκό ελάφι ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, λαϊκότροπο)ελαφίνα ουσ θηλ
 Hunters are allowed to kill up to two does per season.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doe n (female rabbit)θηλυκό κουνέλι επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)κουνέλα ουσ θηλ
 The doe gave birth to four bunnies last night.
doe n (female hare)θηλυκός λαγός επίθ + ουσ αρσ
  (αν εννοείται)θηλυκό ουσ ουδ
 Jenny has two pet hares; both of them are does.
doe n colloquial (female rat)θηλυκός αρουραίος επίθ + ουσ αρσ
  (αν εννοείται)θηλυκό ουσ ουδ
 Mark's pet rat is a doe.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Jane Doe n US (law: name for unknown female)όνομα που χρησιμοποιείται όταν το πραγματικό όνομα μιας γυναίκας είναι άγνωστο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
John Doe n US (law: name for unknown male)το πρόσωπο Χ περίφρ
  ο Χ περίφρ
John Doe n US (hypothetical, typical male)ο μέσος άντρας φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση DOE στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «DOE».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!