Bolt

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbəʊlt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/boʊlt/ ,USA pronunciation: respelling(bōlt)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bolt n (fastener with nut)βίδα ουσ θηλ
  μπουλόνι ουσ ουδ
  πίρος ουσ αρσ
 Ned needs two more bolts to repair the garage door.
 Ο Νεντ χρειάζεται άλλες δύο βίδες για να φτιάξει την πόρτα του γκαράζ.
bolt n (lock for door)σύρτης ουσ αρσ
 This apartment has many safety features, including an intercom system and a bolt on the door.
 Αυτό το διαμέρισμα έχει πολλά συστήματα ασφαλείας, στα οποία περιλαμβάνονται ένα σύστημα ενδοσυννενόησης κι ένας σύρτης στην πόρτα.
bolt [sth]⇒ vtr (lock door with a bolt)αμπαρώνω ρ μ
  βάζω τον σύρτη, τραβάω τον σύρτη περίφρ
 Remember to bolt the door at night.
 Μην ξεχάσεις να αμπαρώσεις την πόρτα το βράδυ.
bolt [sth] vtr (attach [sth] with a bolt)βιδώνω ρ μ
  (μεγαλύτερη ακρίβεια)στερεώνω με μπουλόνια, στερεώνω με πίρους περίφρ
 Micah bolted the sheet metal to the structure.
 Ο Μίκα βίδωσε τη λαμαρίνα στην κατασκευή.
bolt⇒ vi (run off suddenly) (μεταφορικά)γίνομαι αστραπή ρ έκφρ
  εξαφανίζομαι ρ αμ
 The rabbit bolted at the sound of the car door slamming shut.
 Ο λαγός έγινε αστραπή μόλις άκουσε τον ήχο της πόρτας του αυτοκινήτου που έκλεισε.
bolt out vi + adv (exit rapidly)το σκάω έκφρ
 Lucy left the front door open and her labrador bolted out.
 Η Λούσι άφησε ανοιχτή την εξώπορτα και το λαμπραντόρ της το έσκασε.
bolt out of [sth] v expr (exit rapidly)ορμάω έξω από κτ ρ αμ + επίρ
  βγαίνω γρήγορα από κτ ρ αμ + επίρ
  βγαίνω τρέχοντας από κτ περίφρ
  (μεταφορικά)πετάγομαι έξω από κτ ρ αμ + επίρ
 The spooked horse bolted out of the barn.
 Το τρομαγμένο άλογο όρμησε έξω από τον στάβλο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bolt n (bar forming part of lock)σύρτης ουσ αρσ
 Close the door and put the bolt in place.
bolt n (arrow)βέλος ουσ ουδ
 In classical mythology, anyone struck by a bolt from Cupid's arrow would fall in love.
bolt n (roll: of fabric)τόπι ουσ ουδ
 It took two entire bolts of fabric to make the princess's wedding dress.
 Χρειάστηκαν δυο ολόκληρα τόπια υφάσματος για το φόρεμα της πριγκίπισσας.
bolt vi (horticulture: go to seed) (μεταφορικά)μαραίνομαι ρ αμ
 Cilantro bolts quickly in hot weather.
bolt [sth]⇒ vtr (fabric, etc: make into bolts)τυλίγω σε τόπι, κάνω τόπι περίφρ
 The cloth is bolted at the factory before being delivered to the stores.
bolt [sth] to [sth] vtr + prep (attach [sth] with a bolt)βιδώνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Ray bolted the shelves securely to the wall.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
bolt [sth] down vtr phrasal sep (fasten, secure [sth])βιδώνω ρ μ
 Bolt down that metal plate so that it doesn't vibrate.
bolt [sth] down vtr phrasal sep slang, figurative (eat [sth] quickly) (καθομιλουμένη)χλαπακιάζω ρ μ
  τρώω κτ γρήγορα ρ μ + επίρ
  (κυριολεκτικά)καταπίνω κτ αμάσητο έκφρ
 Jerry was late for class, so he bolted down his breakfast.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bolt cutter n (tool for cutting bolts, wires)κόφτης ουσ αρσ
bolt from the blue n figurative ([sth] unexpected)αναπάντεχος επίθ ως ουσ
 The accusation of theft was a bolt from the blue.
bolt [sth] in vtr + adv (fasten tightly with bolt)βιδώνω ρ μ
  στερεώνω με βίδα περίφρ
bolt of lightning,
lightning bolt
n
(electrical flash)κεραυνός ουσ αρσ
  αστραπή ουσ θηλ
 Zeus is sometimes depicted holding a lightning bolt.
 A nearby bolt of lightning lit up the sky.
bolt upright adv colloquial (vertically, with straight back)με την πλάτη όρθια περίφρ
  με ορθωμένη την πλάτη περίφρ
  (πιο γενικά)καθιστός επίθ
 The boy's mother found him bolt upright in bed after a nightmare.
 She sat bolt upright at the sudden sound.
 Η μητέρα του αγοριού το βρήκε καθιστό στο κρεβάτι του όταν είδε έναν εφιάλτη.
bolt-on n figurative (optional extra) (που προσαρτάται με μπουλόνι)εξάρτημα ουσ ουδ
  (υπηρεσία, λειτουργί)πρόσθετο
bolt-on adj figurative (optional, extra)πρόσθετος επίθ
  επιπλέον επίθ άκλ
  (καθομιλουμένη)έξτρα, εξτρά επίθ άκλ
bolt-on adj (fastens with bolt) (σύνδεση με μπουλόνι)πρόσθετος επίθ
  (έμφαση στη σύνδεση)βιδωτός επίθ
bolthole,
bolt-hole
n
mainly UK (hideout, place to escape to)κρυψώνα ουσ θηλ
  κρησφύγετο ουσ ουδ
  άντρο ουσ ουδ
  λημέρι ουσ ουδ
eye bolt,
eyebolt
n
(metal screw with loop)κοχλίας με κρίκο φρ ως ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)βιδοθηλιά ουσ θηλ
  μάπα με βίδα φρ ως ουσ θηλ
hanger bolt n (type of screw) (είδος βίδας)βιδοστρίφωνο ουσ ουδ
like a bolt of lightning adv (moving: fast)σαν αστραπή φρ ως επίρ
  βολίδα, αστραπή ουσ ως επίρ
 The winning horse shot out of the starting gate like a bolt of lightning.
make a bolt for it,
make a bolt for [sth]
v expr
informal (escape quickly) (καθομιλουμένη)ορμώ σαν βολίδα κάπου έκφρ
  φεύγω (σαν) βολίδα για κάπου έκφρ
  μ' ένα σάλτο βρίσκομαι κάπου περίφρ
 The dog made a bolt for the garden gate, but I caught him before he could run out into the road.
 Ο σκύλος όρμησε σαν βολίδα προς την πόρτα του κήπου, αλλά τον έπιασα, προτού βγει στον δρόμο.
 Ο σκύλος μ' ένα σάλτο βρέθηκε στην πόρτα του κήπου, αλλά τον έπιασα, προτού βγει στον δρόμο.
nut and bolt n (steel fastening)μπουλόνι και παξιμάδι περίφρ
stud bolt n (headless bolt)ακέφαλη βίδα επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Bolt' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Bolt στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Bolt».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!