workings



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Ο όρος 'workings' παραπέμπει στον όρο 'working'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'workings' is cross-referenced with 'working'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
working adj (employed) (εργοδοτούμενος)εργαζόμενος μτχ πρκ
  εργαζόμενος άνθρωπος φρ ως ουσ αρσ
 He's a working man, now that he has found a job.
 Τώρα που βρήκε δουλειά, είναι εργαζόμενος.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν μπορώ να ξενυχτάω, εργαζόμενος άνθρωπος!
working adj (operating)λειτουργήσιμος επίθ
  κατάσταση λειτουργίας ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)δουλεύω ρ αμ
 Is the TV in working condition?
 Είναι λειτουργήσιμη η τηλεόραση;
 Η τηλεόραση είναι σε κατάσταση λειτουργίας;
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δουλεύει η τηλεόραση;
working adj (knowledge: basic)βασικός, στοιχειώδης επίθ
 I have a working knowledge of how cars work.
 Έχω βασικές (or: στοιχειώδείς) γνώσεις για το πώς λειτουργούν τα αυτοκίνητα.
working adj (hours: of work)εργάσιμος επίθ
 The working hours here are 9 to 6.
 Οι εργάσιμες ώρες εδώ είναι από τις 9 έως τις 6.
working adj (hypothesis, title: current) (γενική, ως προσδιορισμός)εργασίας ουσ θηλ
 His working theory has gone through a few changes.
 Η υπόθεση εργασίας του έχει υποστεί μερικές αλλαγές.
workings,
workings of [sth]
npl
figurative (way [sth] functions) (μεταφορικά)τρόπος λειτουργίας φρ ως ουσ αρσ
 This book explains the inner workings of the banking system.
 Αυτό το βιβλίο εξηγεί τον τρόπο λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.
workings npl (mechanism) (κυριολεκτικά)μηχανισμός ουσ αρσ
 I took the back off of my watch to inspect the workings.
 Έβγαλα το πίσω μέρος από το καντράν του ρολογιού μου για να ελέγξω τον μηχανισμό του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
working adj (clothing: worn for work) (ρούχα)της δουλειάς περίφρ
  (στολή, ρούχα)εργασίας ουσ θηλ
 Get out of your working outfit so we can go out to eat.
 Βγάλε τα ρούχα της δουλειάς για να βγούμε για φαγητό.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είμαι νοσοκόμα και δεν μπορώ να φοράω ότι θέλω, έχω συγκεκριμένη στολή εργασίας.
working adj (majority: able to function) (καθομιλουμένη)που δουλεύει περίφρ
  που λειτουργεί περίφρ
 The party leaders put together a working coalition.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
currently working adj (status: in employment)που εργάζεται τώρα, που δουλεύει τώρα περίφρ
  που εργάζεται αυτή την περίοδο, που δουλεύει αυτή την περίοδο περίφρ
  που εργάζεται προς το παρόν, που δουλεύει προς το παρόν περίφρ
 He's not currently working, but he does have several employment interviews next week.
 Τώρα δεν δουλεύει, αλλά έχει αρκετές συνεντεύξεις την επόμενη εβδομάδα.
 Αυτή την περίοδο δεν εργάζεται, αλλά έχει αρκετές συνεντεύξεις την επόμενη εβδομάδα.
hardworking,
also UK: hard-working
adj
(diligent)εργατικός επίθ
  που δουλεύει σκληρά περίφρ
  (φιλοφρόνηση, καθομ)δουλευταράς επίθ
  (απλή αναφορά γεγονότος)σκληρά εργαζόμενος επίρ + μτχ ενεστ
 The seasonal workers employed to help with the harvest are very hardworking indeed.
 Οι εποχικοί εργάτες που προσλήφθηκαν για να βοηθήσουν με τον θερισμό είναι όντως πολύ εργατικοί.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι σκληρά εργαζόμενες νοικοκυρές δεν παίρνουν ποτέ την αναγνώριση που τους αξίζει.
in good working condition expr (object: functioning well)σε καλή κατάσταση περίφρ
  που λειτουργεί καλά, που λειτουργεί σωστά περίφρ
  λειτουργικός επίθ
 My grandmother's typewriter is still in good working condition.
in working condition expr (object: functioning)λειτουργικός επίθ
  που λειτουργεί περίφρ
  σε κατάσταση λειτουργίας φρ ως επίρ
in working order expr (fully functioning)που λειτουργεί σωστά, σε άψογη κατάσταση, που δουλέυει ρολόι έκφρ
 You'd better check your parachute's in working order before you jump.
nonworking,
non-working
adj
(without paid employment) (επαγγελματικά)μη ενεργός περίφρ
  άνεργος περίφρ
  χωρίς εργασία φρ ως επίθ
nonworking,
non-working
adj
(not functioning properly)μη λειτουργικός περίφρ
  εκτός λειτουργίας φρ ως επίθ
  χαλασμένος μτχ πρκ
remote working n (doing your job off site)εργασία εξ αποστάσεως φρ ως ουσ θηλ
safe working load n (maximum weight that can be lifted) (επίσημο)ωφέλιμο φορτίο ασφαλείας, ωφέλιμο φορτίο λειτουργίας φρ ως ουσ ουδ
 What is the safe working load for this crane?
work day,
working day
n
(working or office hours)εργάσιμη ημέρα επίθ + ουσ θηλ
work surface,
working surface
n
(generic: flat surface)επιφάνεια εργασίας φρ ως ουσ θηλ
 The carpenter secured the block of wood to his work surface.
work week,
working week
n
(weekly working hours)εργάσιμη εβδομάδα ουσ θηλ
 The typical work week in the US is Monday through Friday.
working capital n (business: available assets)κεφάλαιο κίνησης ουσ ουδ
 The company was incorporated with a working capital of £2000.
working class,
working classes
n
(laboring class)εργατική τάξη επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective that precedes the noun
 He started out as member of the working class, but now he runs an investment firm.
 Κάποτε ανήκε στην εργατική τάξη, αλλά, σήμερα, διευθύνει μια επενδυτική εταιρεία.
working class,
working-class
adj
(of laboring classes)της εργατικής τάξης περίφρ
  από την εργατική τάξη περίφρ
 He was very proud of his working-class background.
 Ήταν πολύ υπερήφανος που καταγόταν από την εργατική τάξη.
working conditions npl (job: rights and regulations)εργασιακές συνθήκες ουσ θηλ πλ
 The working conditions in the factory were appalling.
working day,
work day
n
(daytime hours occupied by work)εργάσιμη ημέρα επίθ + ουσ θηλ
 A standard work day is about eight hours long.
working day n (day normally worked)εργάσιμη ημέρα επίθ + ουσ θηλ
 Orders will be dispatched within two working days.
working drawing n (drawn plan, outline)περίγραμμα, πλαίσιο, σχεδιάγραμμα ουσ ουδ
working environment n (employment surroundings)εργασιακό περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
working girl n slang, euphemism (prostitute)εκδιδόμενη ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)αυτή που κάνει πεζοδρόμιο περίφρ
 Mary has been a working girl since adolescence.
working girl n informal, dated (employed woman)εργαζόμενο κορίτσι επίθ + ουσ θηλ
  εργαζόμενη επίθ ως ουσ θηλ
  που εργάζεται περίφρ
 All five of my daughters are working girls now.
 Και οι πέντε κόρες μου είναι πια εργαζόμενα κορίτσια.
 Και οι πέντε κόρες μου εργάζονται τώρα.
working hours,
work hours
npl
(time spent working)ωράριο εργασίας φρ ως ουσ ουδ
  ώρες εργασίας φρ ως ουσ θηλ
 There is a limit on the working hours that a trucker can put in per day.
working hypothesis n (applied theory)υπόθεση εργασίας φρ ως ουσ θηλ
 Professor Smith's idea is merely a working hypothesis.
working man n (male who has a job)εργαζόμενος άντρας επίθ + ουσ αρσ
  εργαζόμενος ουσ αρσ
working memory n (temporary or short-term recall)λειτουργική μνήμη, ενεργός μνήμη φρ ως ουσ θηλ
working mother n (mother who has job)εργαζόμενη μητέρα επίθ + ουσ θηλ
working order n (functioning correctly)καλή κατάσταση λειτουργίας περίφρ
working out n (calculations)υπολογισμός ουσ αρσ
 Answer all the questions carefully and show your working out.
 Απάντησε προσεκτικά σε όλες τις ερωτήσεις και δείξε τους υπολογισμούς σου.
working out n (weight-training, exercising)άσκηση ουσ θηλ
 You can tell from the size of his muscles that working out is Patrick's main hobby.
working paper n (not final draft)προσχέδιο ουσ ουδ
working papers npl (documents permitting employment)άδεια εργασίας φρ ως ουσ θηλ
 He was deported back to his home country because he had no working papers.
working party n UK (committee)ομάδα εργασίας φρ ως ουσ θηλ
working poor npl (people on very low income)φτωχοί εργαζόμενοι επίθ + ουσ αρσ
working range n (degree of coverage)εύρος λειτουργίας φρ ως ουσ ουδ
working space n (area in which one works)χώρος εργασίας ουσ αρσ
working title n (name or heading of [sth] while in progress)προσωρινός τίτλος επίθ + ουσ αρσ
working vacation (US),
working holiday (UK)
n
(work while on vacation)διακοπές σε συνδυασμό με εργασία
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
working version n (copy of [sth] still in progress)τρέχουσα έκδοση επίθ + ουσ θηλ
workingman,
working man
n
(working-class adult male)άντρας που ανήκει στην εργατική τάξη περίφρ
  (χειρονακτική εργασία)εργάτης ουσ αρσ
workingwoman,
working woman
n
(adult female in paid employment)γυναίκα που ανήκει στην εργατική τάξη περίφρ
  (χειρονακτική εργασία)εργάτρια ουσ θηλ
workweek,
working week
n
(weekly working hours)εβδομάδα εργασίας φρ ως ουσ θηλ
  (σύνολο ωρών ανα εβδομάδα)εργάσιμες ώρες φρ ως ουσ θηλ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'workings' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση workings στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «workings».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!