• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: wailing, wail

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wailing n (mournful crying)θρήνος ουσ αρσ
  μοιρολόι ουσ ουδ
  γοερό κλάμα επίθ + ουσ ουδ
 We could hear the wailing of the women at the funeral.
wailing n (making long high sound) (μεταφορικά)ουρλιαχτό ουσ ουδ
  διαπεραστικός ήχος επίθ + ουσ αρσ
 The wailing of sirens could be heard throughout the night.
wailing adj (mournful crying)θρηνητικός επίθ
  γεμάτος θρήνο φρ ως επίθ
 Mark heard the wailing voices of the mourners.
wailing adj (making long high sound) (μεταφορικά)που ουρλιάζει περίφρ
  που ηχεί διαπεραστικά περίφρ
 The wailing sirens of the police cars were deafening.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wail n (mournful cry)γοερό κλάμα επίθ + ουσ ουδ
  (πιο ήπιο)κλάμα ουσ ουδ
  (συνήθως λόγω πένθους)θρήνος ουσ αρσ
 We heard the wail of children coming from the nursery.
 Ακούγαμε το κλάμα των παιδιών από τον παιδικό σταθμό.
wail vi (cry mournfully)κλαίω γοερά ρ αμ + επίρ
  (πιο ήπιο)κλαίω ρ αμ
  (συνήθως λόγω πένθους)θρηνώ ρ αμ
 Women wailed and beat their breasts at the funeral.
 Οι γυναίκες θρηνούσαν και χτυπούσαν τα στήθη τους στην κηδεία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
the Wailing Wall,
the Western Wall
n
(Judaism: sacred wall in Jerusalem)το Τείχος των Δακρύων φρ ως ουσ ουδ
 The Wailing Wall is a very holy place for observant Jews.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wailing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wailing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wailing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!