Σε αυτή τη σελίδα: vetted, vet

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vetted adj (reviewed and approved)που έχει ελεγχθεί περίφρ
  ελεγμένος μτχ πρκ
  που έχει περάσει από έλεγχο περίφρ
 HR provided the manager with a shortlist of vetted candidates.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vet n abbreviation (veterinarian)κτηνίατρος ουσ αρσ/θηλ
 Janet's dog was sick, so she took it to the vet.
 Ο σκύλος της Τζάνετ αρρώστησε και τον πήγε στον κτηνίατρο.
vet n informal, abbreviation (veteran of armed services)βετεράνος ουσ αρσ/θηλ
 That man is an army vet.
 Εκείνος ο άντρας είναι βετεράνος του στρατού.
vet n informal, abbreviation (veteran of war)βετεράνος ουσ αρσ/θηλ
 There were several Second World War vets at the ceremony.
 Στην τελετή παρευρίσκονταν αρκετοί βετεράνοι του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vet [sb/sth] vtr (review and approve)περνάω από έλεγχο περίφρ
  εξετάζω, ελέγχω ρ μ
  (ανεπίσημο)τσεκάρω ρ μ
 Government offices have to vet all new recruits carefully.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση vetted στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «vetted».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!