Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

throat brail


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο throat παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: brail

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
throat n (passage inside the neck)λάρυγγας ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)λαρύγγι ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, άτυπο)λαιμός ουσ αρσ
 Helen swallowed and felt the cool water slip down her throat.
 Η Ελένη κατάπιε και ένιωσε το δροσερό νερό να γλιστράει στον λαιμό της.
throat n (front of the neck)λαιμός ουσ αρσ
 The old lady was wearing a choker, with a diamond at her throat.
 Η ηλικιωμένη κυρία φορούσε ένα στενό κολιέ με ένα διαμάντι μπροστά στο λαιμό της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
throat adj (relating to the throat)του λάρυγγα, στο λάρυγγα περίφρ
  λαρυγγικός επίθ
  (καθομιλουμένη)του λαιμού, στο λαιμό περίφρ
 Barry's got a nasty throat infection.
throat n figurative (narrow passageway) (στενό, μικρό)άνοιγμα ουσ ουδ
  (μεταφορικά)λαιμός ουσ αρσ
 Lava spewed from the volcano's throat.
throat n (part of shoe upper)άνοιγμα ουσ ουδ
 There were heavy crease lines on the throats of his shoes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
catch in the throat v expr (cause [sb] to sob or choke)κάθομαι στον λαιμό έκφρ
 He nearly choked when a chicken bone caught in his throat.
 Παραλίγο να πνιγεί όταν του κάθισε στον λαιμό ένα κόκαλο από κοτόπουλο.
catch in the throat,
catch in your throat,
catch in your voice
n
(sob, etc. that interrupts speaking)κόμπος στον λαιμό φρ ως ουσ ουδ
clear your throat v expr (cough before speaking)ξεροβήχω ρ αμ
  καθαρίζω το λαιμό μου έκφρ
 The butler respectfully cleared his throat.
cutthroat,
also UK: cut-throat
adj
(ruthless)άσπλαχνος, ανελέητος επίθ
  (μεταφορικά)σκληρός επίθ
 The competition for the job was cutthroat.
cutthroat,
also UK: cut-throat
n
archaic (murderer)δολοφόνος ουσ αρσ/θηλ
  φονιάς ουσ αρσ
 The young woman was lured into the woods by a sinister cutthroat.
cutthroat competition,
also UK: cut-throat competition
n
(ruthless competition)ανελέητος ανταγωνισμός, σκληρός ανταγωνισμός επίθ + ουσ αρσ
 The company eventually folded in the face of cut-throat competition from its larger rival.
ear,
nose,
and throat (US),
ear,
nose and throat (UK)
n as adj
(ENT: relating to otorhinolaryngology)ωτορινολαρυγγικός επίθ
ENT n as adj initialism (medicine: ear, nose, and throat) (σε γενική)ωτορινολαρυγγολογίας ουσ θηλ
  ΩΡΛ ουσ ουδ άκλ
have a frog in your throat v expr figurative, informal (be hoarse)είμαι βραχνιασμένος ρ έκφρ
 What's wrong? Have you got a frog in your throat?
have a lump in your throat v expr figurative (be moved emotionally)έχω έναν κόμπο στον λαιμό περίφρ
ram [sth] down [sb]'s throat v expr figurative, informal (force, impose)επιβάλλω κτ σε κπ με το ζόρι περίφρ
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασία)πρήζω κπ με κτ περίφρ
 I wish they'd stop ramming their ideas down our throats.
sore throat n informal (painful throat infection)πονόλαιμος ουσ αρσ
 Sore throats usually indicate an emerging cold.
 Ο πονόλαιμος συνήθως υποδηλώνει την αρχή ενός κρυώματος.
strep throat n US, informal, abbr (painful throat infection)στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)στρεπτόκοκκος ουσ αρσ
 Strep throat is highly contagious.
 The bacteria that causes strep throat can also infect the heart.
 Η στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα είναι ιδιαίτερα μεταδοτική.
sweetbread,
neck sweetbread,
throat sweetbread
n
often plural (animal glands eaten as food) (συνήθως πληθυντικός)γλυκάδι ουσ ουδ
throat lozenge,
lozenge
n
(cough drop)παστίλια για τον λαιμό, καραμέλα για τον λαιμό φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση throat brail στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «throat brail».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!