• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
temp n abbreviation, informal (temporary worker)προσωρινός υπάλληλος, προσωρινή υπάλληλος επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  (άλλου υπαλλήλου)αντικαταστάτης, αντικαταστάτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The office got a temp in to cover when their receptionist went on holiday.
temp vi abbreviation, informal (work as a temp)εργάζομαι ως προσωρινός υπάλληλος, εργάζομαι ως προσωρινή υπάλληλος περίφρ
  (άλλου υπαλλήλου)δουλεύω ως αντικαταστάτης, δουλεύω ως αντικαταστάτρια περίφρ
 Students often temp during university vacations.
temp adj abbreviation, informal (temporary)προσωρινός επίθ
 Ethan is looking for a temp job for the summer.
temporary job,
temp job
n
(short-term employment)προσωρινή εργασία επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'temp.' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση temp. στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «temp.».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!