• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sole n (bottom of foot)πατούσα ουσ θηλ
  πέλμα ουσ ουδ
 Mary took hold of Philip's foot and tickled the sole.
 Η Μαίρη έπιασε το πόδι του Φίλιπ και του γαργάλισε την πατούσα.
sole n (bottom of shoe)σόλα ουσ θηλ
  πάτος ουσ αρσ
 Fred took his shoes to the shoe repairer to have new soles put on.
 Ο Φρεντ πήγε τα παπούτσια του στον τσαγκάρη για να του βάλει καινούριες σόλες.
sole adj (single, only)μόνος, μοναδικός επίθ
  (συνήθως επίσημο)αποκλειστικός επίθ
 Chocolate is my sole pleasure in life.
 Nancy's son is the sole beneficiary of her will.
 Η σοκολάτα είναι η μόνη μου ευχαρίστηση στη ζωή. // Ο γιος της Νάνσι είναι ο μοναδικός κληρονόμος στη διαθήκη της.
sole adj (exclusive)αποκλειστικός επίθ
 This company owns the sole rights to this trademark.
 Αυτή η εταιρεία κατέχει το αποκλειστικό δικαίωμα για αυτό το εμπορικό σήμα.
sole n (flatfish) (ψάρι)γλώσσα ουσ θηλ
 We're having sole for dinner tonight.
 Απόψε για δείπνο θα φάμε γλώσσα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sole [sth] vtr (shoe: put a sole on)βάζω σόλα σε κτ, βάζω πάτο σε κτ περίφρ
  (ανεπίσημο)σολιάζω ρ μ
 The shoemaker is soling the boots.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Dover sole n (flatfish) (ψάρι)γλώσσα ουσ θηλ
lemon sole (fish)λεμονόγλωσσα ουσ θηλ
sole administrator n (only manager of a company) (εταιρεία)αποκλειστικός διαχειριστής, αποκλειστική διαχειρίστρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  μοναδικός διαχειριστής, μοναδική διαχειρίστρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
sole control n (monopoly)αποκλειστικός έλεγχος επίθ + ουσ αρσ
sole custody n (law)αποκλειστική επιμέλεια, αποκλειστική κηδεμονία επίθ + ουσ θηλ
sole director n (only manager of a company) (εταιρεία)μοναδικός διευθυντής, μοναδική διευθύντρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
sole employer n (only boss of a company) (εταιρεία)μοναδικός εργοδότης, μοναδική εργοδότρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
sole proprietor n (only owner)μοναδικός ιδιοκτήτης, μοναδική ιδιοκτήτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
sole trader n UK (independent businessperson)ελεύθερος επαγγελματίας επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 Ron is the sole trader of a plumbing business.
split sole n (shoe: sole with separate toe and heel sections)split σόλα φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση soling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «soling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!