• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: soli, solo

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
soli adj Italian (music: performed by soloists)σόλο επίθ άκλ
soli adv Italian (music: performed by soloists)σόλο επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
solo n (music for one)σόλο ουσ ουδ άκλ
 This piece is a solo.
 Αυτό το κομμάτι είναι ένα σόλο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
solo adj (done alone)σόλο επίθ άκλ
 Amy gave her first solo concert when she was sixteen.
solo adv (alone) (συνήθως για μουσική)σόλο επίρ
  μόνος, μοναχός επίθ
  (καθομιλουμένη)από μόνος μου φρ ως επίρ
 Some prefer to run in teams, others choose to run solo.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
solo | soli
ΑγγλικάΕλληνικά
fly solo vi + adv informal, figurative (do [sth] alone, without assistance)κάνω κτ μόνος μου εκφρ
  προχωράω μόνος, τα βγάζω πέρα μόνος εκφρ
  (μεταφορικά)στέκομαι στα πόδια μου εκφρ
 Eventually, the parent company must allow a fledgling business to fly solo.
fly solo vi + adv (pilot alone)πιλοτάρω μόνος έκφρ
  πετάω μόνος έκφρ
 Amelia Earhart was the first woman to fly solo across the Atlantic.
go solo vi + adj (embark upon [sth] alone)κάνω κάτι μόνος μου περίφρ
solo career n (work of an individual performer)σόλο καριέρα φρ ως ουσ θηλ
solo flight n (plane journey: pilot flying alone)σόλο πτήση, πτήση solo περίφρ
 She made the first solo flight across Antarctica.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση soli στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «soli».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!