pussy

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpʊsi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈpʊsi/ ,USA pronunciation: respelling(n. pŏŏsē; adj. pusē)

Inflections of 'pussy' (adj):
pussier
adj comparative
pussiest
adj superlative
Inflections of 'pussy' (n): npl: pussies
  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pussy n vulgar, informal (female genitalia) (χυδαίο)μουνί, μουνάκι ουσ ουδ
  (αργκό, μεταφορικά)γατάκι ουσ ουδ
 Julie told her boyfriend she wanted him to touch her pussy.
 Η Τζούλι είπε στο αγόρι της ότι θέλει να της πιάσει το μουνάκι.
pussy n uncountable, vulgar, offensive, informal (sex) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 Did you get any pussy last night?
 Πήδηξες χτες;
 Γάμησες χτες;
pussy n pejorative, vulgar, offensive, informal (cowardly man) (καθομ, μεταφορικά)κότα ουσ θηλ
 You pussy! Can't you drink any more tequila?
 Κότα! Δεν μπορείς να πιεις άλλη τεκίλα;
pussy,
puss,
pussycat,
pussy cat
n
informal, UK (cat: affectionate term)ψιψίνα ουσ ουδ
 Our pussycat's quite old now but we still love her.
 Here pussy, pussy, pussy; come here!
 Η ψιψίνα μας είναι αρκετά μεγάλη σε ηλικία τώρα αλλά την αγαπάμε ακόμη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pussy n vulgar, offensive!!, informal (woman) (προσβλητικό)γκόμενα ουσ θηλ
  γκομενάκι ουσ ουδ
  (αργκό, χυδαίο)μουνί ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
pussy pad n vulgar, offensive, informal (passenger seat on a motorcycle)θέση συνοδηγού μοτοσυκλέτας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ανάλογος όρος.
pussy willow n (small willow tree variety)είδος ιτιάς
pussycat,
pussy cat
n
informal, figurative (person: not threatening) (μεταφορικά)πρόβατο ουσ ουδ
 He looks threatening but he's a pussycat at heart.
 Φαίνεται απειλητικός, αλλά στην πραγματικότητα είναι πρόβατο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pussy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: UK: a [ginger, marmalade, tabby, Persian, little] pussy, (a branch of) pussy willow, sexually explicit, slang: a [wet, wide, gaping, horny, big, fat, hairy, shaved] pussy, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pussy στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pussy».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!