• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
puffer,
pufferfish
n
(blowfish)λαγοκέφαλος επίθ
 In Japan, puffer is a delicacy.
puffer n informal (device: inhaler)συσκευή εισπνοών φρ ως ουσ θηλ
 Martin uses a puffer when he gets an asthma attack.
puffer n (steam train) (μεταφορικά)ατμομηχανή ουσ θηλ
  (κατά λέξη)τρένο με ατμομηχανή περίφρ
 The puffer made its way through the pastoral landscape.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
puffer n slang (smoker)καπνιστής, καπνίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (μτφ, καθομ: καπνίζει πολύ)τσιμινιέρα ουσ θηλ
  φουγάρο ουσ ουδ
 Any puffers here who'll join me for a smoke?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
puffer jacket n US (short quilted coat)φουσκωτό μπουφάν επίθ + ουσ ουδ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση puffer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «puffer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!