WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| profound adj | figurative (thought, idea: deep in meaning) | βαθυστόχαστος επίθ |
| | (μεταφορικά) | βαθύς επίθ |
| | (επίσημο) | εμβριθής επίθ |
| | I don't find his books at all profound – do you? |
| | Δε βρήκα τα βιβλία του καθόλου βαθυστόχαστα, εσύ; |
| profound adj | (emotion, effect: deeply felt) (μεταφορικά: συναίσθημα) | βαθύς επίθ |
| | (αποτέλεσμα, επίδραση) | σημαντικός επίθ |
| | The poem is inspired by his profound love for his father. |
| | Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από τη βαθιά αγάπη του για τον πατέρα του. |
| profound adj | (extensive) (μεταφορικά) | βαθύς επίθ |
| | | ριζικός, ουσιαστικός επίθ |
| | Profound changes will be needed to curb the rising violence. |
| | Θα χρειαστούν βαθιές αλλαγές για να περιοριστεί η αυξανόμενη βία. |
| profound adj | (deafness: severe) | βαρύς επίθ |
| | Profound deafness needn't be a barrier to a good education. |
| | Η βαριά κώφωση δε χρειάζεται να είναι εμπόδιο στην καλή εκπαίδευση. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: