WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| precinct n | US (police district) | αστυνομικό τμήμα επίθ + ουσ ουδ |
| | (κατά λέξη) | περιοχή δικαιοδοσίας αστυνομικού τμήματος περίφρ |
| | The precinct has the highest homicide rate in the city. |
| | Σε αυτό το αστυνομικό τμήμα απαντάται ο μεγαλύτερος αριθμός ανθρωποκτονιών στην πόλη. |
| precinct n | US (police station) | αστυνομικό τμήμα επίθ + ουσ ουδ |
| | | τμήμα ουσ ουδ |
| | The suspect was taken to the precinct for booking. |
| | Ο άνδρας μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα για να κρατηθεί. |
| | Ο άνδρας μεταφέρθηκε στο τμήμα για να κρατηθεί. |
| precinct n | US (election district) | εκλογική περιφέρεια επίθ + ουσ θηλ |
| | | περιφέρεια ουσ θηλ |
| | She represents the 4th and 5th precincts of the state. |
| | Είναι αντιπρόσωπος στην 4η και 5η εκλογική περιφέρεια της πολιτείας. |
| precincts npl | (surrounding area) | γύρω περιοχή επίθ άκλ + ουσ θηλ |
| | The majority of people that live in the town's precincts are farmers. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: