| Κύριες μεταφράσεις |
practicing (US), practising (UK) adj | (active, working in a profession) | ενεργός επίθ |
| | (επίσημο) | εν ενεργεία φρ ως επίθ |
| | He's been a practicing attorney for thirty years. |
| | Είναι εν ενεργεία δικηγόρος επί τριάντα χρόνια. |
practicing (US), practising (UK) adj | (actively following a religion) | πιστός επίθ |
| | She's not religious, but her husband is a practicing Catholic. |
| Κύριες μεταφράσεις |
| practice n | (training) (μουσική, θέατρο) | πρόβα ουσ θηλ |
| | (γενικά ή για συγκεκριμένη δεξιότητα) | εξάσκηση ουσ θηλ |
| | Orchestra practice begins immediately after school. |
| | Η πρόβα της ορχήστρας αρχίζει αμέσως μετά το σχολείο. |
| practice n | (sports: training) | προπόνηση ουσ θηλ |
| | Our team has practice on Tuesdays and plays games on Thursdays. |
| | Η ομάδα μας έχει προπόνηση κάθε Τρίτη και αγώνες κάθε Πέμπτη. |
| practice n | (rehearsal) | πρόβα ουσ θηλ |
| | I need to go to band practice after school today to prepare for the concert. |
| | Πρέπει να πάω στην πρόβα της μπάντας σήμερα μετά το σχολείο για να προετοιμαστώ για τη συναυλία. |
| practice n | (repeated performance) | εξάσκηση ουσ θηλ |
| | The students' drawing practice helped them improve their skill. |
| | Η εξάσκηση που έκαναν οι μαθητές στο σχέδιο τους βοήθησε να βελτιώσουν τις ικανότητες τους. |
| practice n | (use) | εφαρμογή ουσ θηλ |
| | You need to put your knowledge into practice. |
| | Πρέπει να βάλεις σε εφαρμογή τις γνώσεις σου. |
| practice n | (custom) | συνήθεια, τακτική ουσ θηλ |
| | The local practice of spending the afternoons in cafes is spreading to other provinces. |
| | Η τοπική συνήθεια (or: τακτική) του να περνάμε τα απογεύματα στα καφενεία μεταδίδεται και σε άλλες επαρχίες. |
practice [sth] (US), practise [sth] (UK)⇒ vtr | (perform repeatedly) | εξασκούμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | | κάνω εξάσκηση σε κτ έκφρ |
| | The six year olds practiced writing the letter C. |
| | Τα εξάχρονα εξασκήθηκαν στη γραφή του γράμματος C. |
practice [sth] (US), practise [sth] (UK) vtr | (train in) | εξασκούμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | | προπονούμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | Our team practices blocking on Tuesdays and plays games on Thursdays. |
| | Η ομάδα μας εξασκείται στα μπλοκαρίσματα κάθε Τρίτη και έχει αγώνες κάθε Πέμπτη. |
practice [sth] (US), practise [sth] (UK) vtr | (repeat, rehearse) | εξασκούμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | Practice your piano etudes to gain dexterity. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αν εξασκείσαι καθημερινά στο πιάνο, σύντομα θα γίνεις πολύ καλύτερος. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| practice n | (music: study) | μάθημα ουσ ουδ |
| | As part of my music studies, I have flute practice for three hours every Friday. |
| practice n | (profession) | άσκηση επαγγέλματος φρ ως ουσ θηλ |
| | | άσκηση ουσ θηλ |
| | | εργασία, δουλειά ουσ θηλ |
| | | εργάζομαι ρ μ |
| | He was in practice as the only dentist in a small town. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η άσκηση της ιατρικής πρέπει να γίνεται με υψηλό αίσθημα ευθύνης. |
| | Εργαζόταν ως ο μοναδικός οδοντίατρος σε μια μικρή πόλη. |
| practice n | (doctor's business) | ιατρείο ουσ ουδ |
| | Dr. Mills opened her practice recently, but she already has many patients. |
| practice n | (lawyer's business) | γραφείο ουσ ουδ |
| | (πολλά άτομα) | εταιρεία, εταιρία ουσ θηλ |
| | I want to work for the best law practice in town. |
| practice n | (law: method) | μέθοδος, πρακτική ουσ θηλ |
| | In copyright matters, you must follow the traditional practice to contest a claim. |
practice (US), practise (UK) vi | (rehearse) | κάνω πρόβα ρ μ + ουσ θηλ |
| | The band practiced for three weeks before the concert. |
practice [sth] (US), practise [sth] (UK)⇒ vtr | (work at: a profession) | ασκώ ρ μ |
| | This doctor has practised medicine for years. |
| | Ο εν λόγω γιατρός ασκεί την ιατρική εδώ και χρόνια. |
practice [sth] (US), practise [sth] (UK) vtr | (religion: observe rules) | εφαρμόζω τις αρχές του... περίφρ |
| | | εξασκώ την πίστη μου περίφρ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Παρατίθενται εναλλακτικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση. |
| | Going to confession is one of the ways in which people practice their Catholicism. |