practicing

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpræktɪsɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(prakti sing)

From the verb practice: (⇒ conjugate)
practicing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p (US)
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: practicing, practice

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
practicing (US),
practising (UK)
adj
(active, working in a profession)ενεργός επίθ
  (επίσημο)εν ενεργεία φρ ως επίθ
 He's been a practicing attorney for thirty years.
 Είναι εν ενεργεία δικηγόρος επί τριάντα χρόνια.
practicing (US),
practising (UK)
adj
(actively following a religion)πιστός επίθ
 She's not religious, but her husband is a practicing Catholic.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
practice n (training) (μουσική, θέατρο)πρόβα ουσ θηλ
  (γενικά ή για συγκεκριμένη δεξιότητα)εξάσκηση ουσ θηλ
 Orchestra practice begins immediately after school.
 Η πρόβα της ορχήστρας αρχίζει αμέσως μετά το σχολείο.
practice n (sports: training)προπόνηση ουσ θηλ
 Our team has practice on Tuesdays and plays games on Thursdays.
 Η ομάδα μας έχει προπόνηση κάθε Τρίτη και αγώνες κάθε Πέμπτη.
practice n (rehearsal)πρόβα ουσ θηλ
 I need to go to band practice after school today to prepare for the concert.
 Πρέπει να πάω στην πρόβα της μπάντας σήμερα μετά το σχολείο για να προετοιμαστώ για τη συναυλία.
practice n (repeated performance)εξάσκηση ουσ θηλ
 The students' drawing practice helped them improve their skill.
 Η εξάσκηση που έκαναν οι μαθητές στο σχέδιο τους βοήθησε να βελτιώσουν τις ικανότητες τους.
practice n (use)εφαρμογή ουσ θηλ
 You need to put your knowledge into practice.
 Πρέπει να βάλεις σε εφαρμογή τις γνώσεις σου.
practice n (custom)συνήθεια, τακτική ουσ θηλ
 The local practice of spending the afternoons in cafes is spreading to other provinces.
 Η τοπική συνήθεια (or: τακτική) του να περνάμε τα απογεύματα στα καφενεία μεταδίδεται και σε άλλες επαρχίες.
practice [sth] (US),
practise [sth] (UK)
vtr
(perform repeatedly)εξασκούμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  κάνω εξάσκηση σε κτ έκφρ
 The six year olds practiced writing the letter C.
 Τα εξάχρονα εξασκήθηκαν στη γραφή του γράμματος C.
practice [sth] (US),
practise [sth] (UK)
vtr
(train in)εξασκούμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  προπονούμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Our team practices blocking on Tuesdays and plays games on Thursdays.
 Η ομάδα μας εξασκείται στα μπλοκαρίσματα κάθε Τρίτη και έχει αγώνες κάθε Πέμπτη.
practice [sth] (US),
practise [sth] (UK)
vtr
(repeat, rehearse)εξασκούμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Practice your piano etudes to gain dexterity.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αν εξασκείσαι καθημερινά στο πιάνο, σύντομα θα γίνεις πολύ καλύτερος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
practice n (music: study)μάθημα ουσ ουδ
 As part of my music studies, I have flute practice for three hours every Friday.
practice n (profession)άσκηση επαγγέλματος φρ ως ουσ θηλ
  άσκηση ουσ θηλ
  εργασία, δουλειά ουσ θηλ
  εργάζομαι ρ μ
 He was in practice as the only dentist in a small town.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η άσκηση της ιατρικής πρέπει να γίνεται με υψηλό αίσθημα ευθύνης.
 Εργαζόταν ως ο μοναδικός οδοντίατρος σε μια μικρή πόλη.
practice n (doctor's business)ιατρείο ουσ ουδ
 Dr. Mills opened her practice recently, but she already has many patients.
practice n (lawyer's business)γραφείο ουσ ουδ
  (πολλά άτομα)εταιρεία, εταιρία ουσ θηλ
 I want to work for the best law practice in town.
practice n (law: method)μέθοδος, πρακτική ουσ θηλ
 In copyright matters, you must follow the traditional practice to contest a claim.
practice (US),
practise (UK)
vi
(rehearse)κάνω πρόβα ρ μ + ουσ θηλ
 The band practiced for three weeks before the concert.
practice [sth] (US),
practise [sth] (UK)
vtr
(work at: a profession)ασκώ ρ μ
 This doctor has practised medicine for years.
 Ο εν λόγω γιατρός ασκεί την ιατρική εδώ και χρόνια.
practice [sth] (US),
practise [sth] (UK)
vtr
(religion: observe rules)εφαρμόζω τις αρχές του... περίφρ
  εξασκώ την πίστη μου περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Παρατίθενται εναλλακτικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση.
 Going to confession is one of the ways in which people practice their Catholicism.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
practicing | practice
ΑγγλικάΕλληνικά
nonpracticing,
non-practicing (US),
non-practising (UK)
adj
(not following religious customs)που δεν ασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα περίφρ
nonpracticing,
non-practicing (US),
non-practising (UK)
adj
(not professionally active)που δεν ασκεί το επάγγελμα περίφρ
  μη εν ενεργεία περίφρ
practicing Christian (US),
practising Christian (UK)
n
(shows Christian conduct) (σπάνιο)ενεργός Χριστιανός επίθ + ουσ αρσ
 I was baptised and confirmed as an Anglican, but I'm no longer a practising Christian.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'practicing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση practicing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «practicing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!