WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| poly n | UK, informal, historical, abbreviation (polytechnic university) | πολυτεχνείο ουσ ουδ |
| | My husband and I met while we were both at poly. |
poly, poly- prefix | (much, many) | πολυ- πρόθημα |
| | For example: polyglot, polyandry |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| poly adj | informal, abbreviation (polyester) | από πολυεστέρα φρ ως επίρ |
| | | πολυεστερικός επίθ |
| Σχόλιο: Το επίθετο 'πολυεστερικός' χρησιμοποιείται για προσδιορισμό υλικού στην παραγωγική διαδικασία κυρίως. |
| | He was looking for a poly shirt. |
| | Έψαχνε ένα πουκάμισο από πολυεστέρα. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: