pharmaceutical

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌfɑːrməˈsuːtɪkəl/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˌfɑrməˈsutɪkəl/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(fär′mə so̅o̅ti kəl)


  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pharmaceutical,
pharmaceutic
adj
(relating to drugs)φαρμακευτικός επίθ
 We've just taken delivery of some pharmaceutical supplies.
 Μόλις μας παραδόθηκαν κάποιες φαρμακευτικές προμήθειες.
pharmaceutical n often plural (medicine, preparation)φάρμακο ουσ ουδ
 Tell the doctor about any pharmaceuticals you're taking.
 Πες στη γιατρό αν παίρνεις κάποια φάρμακα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
pharmaceutical industry n (drugs companies)φαρμακοβιομηχανία ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pharmaceutical' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pharmaceutical στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pharmaceutical».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!