WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| pasture n | (grassland for livestock) (μέρος) | βοσκότοπος ουσ αρσ |
| | | βοσκοτόπι ουσ ουδ |
| | (δραστηριότητα) | βοσκή ουσ θηλ |
| | Most of the land we own is only good for pasture. |
| | Το μεγαλύτερο μέρος της γης που έχουμε στην ιδιοκτησία μας είναι κατάλληλο μόνο ως βοσκότοπος. |
| | Το μεγαλύτερο μέρος της γης που έχουμε στην ιδιοκτησία μας είναι κατάλληλο μόνο ως βοσκοτόπι. |
| | Το μεγαλύτερο μέρος της γης που έχουμε στην ιδιοκτησία μας είναι κατάλληλο μόνο για βοσκή. |
| pasture n | (grass for livestock) | βοσκή ουσ θηλ |
| | | χόρτο, χορτάρι ουσ ουδ |
| | This field will be sown for pasture next year. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| pasture⇒ vi | (animals: graze on grassland) | βόσκω ρ αμ |
| | Dairy cows pasture in this meadow. |
| pasture [sth]⇒ vtr | (put animals out to graze) | βόσκω ρ μ |
| | | βγάζω κτ για βοσκή έκφρ |
| | The farmer pastures his livestock in these fields. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: