WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
parliament n | UK (British legislature) | κοινοβούλιο ουσ ουδ |
| | βουλή ουσ θηλ |
| The question will be debated in Parliament next week. |
| Η ερώτηση θα συζητηθεί στο κοινοβούλιο την επόμενη βδομάδα. |
| Η ερώτηση θα συζητηθεί στη βουλή την επόμενη βδομάδα. |
parliament n | (legislative body) | βουλή ουσ θηλ |
| | κοινοβούλιο ουσ ουδ |
| Mr. Skinner took his seat in parliament yesterday. |
| Ο κύριος Σκίνερ ανέλαβε την έδρα του στη βουλή χτες. |
| Ο κύριος Σκίνερ ανέλαβε την έδρα του στο κοινοβούλιο χτες. |
parliament n | archaic (assembly, meeting) | επιτροπή ουσ θηλ |
| The parliament of bishops meets only every three years. |
| Η επισκοπή επιτροπή συνεδριάζει μόνο κάθε τρία χρόνια. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025: