parliament

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'parliament', 'Parliament': /ˈpɑːləmənt/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈpɑrləmənt; sometimes ˈpɑrljə-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(pärlə mənt or, sometimes, pärlyə-)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
parliament n UK (British legislature)κοινοβούλιο ουσ ουδ
  βουλή ουσ θηλ
 The question will be debated in Parliament next week.
 Η ερώτηση θα συζητηθεί στο κοινοβούλιο την επόμενη βδομάδα.
 Η ερώτηση θα συζητηθεί στη βουλή την επόμενη βδομάδα.
parliament n (legislative body)βουλή ουσ θηλ
  κοινοβούλιο ουσ ουδ
 Mr. Skinner took his seat in parliament yesterday.
 Ο κύριος Σκίνερ ανέλαβε την έδρα του στη βουλή χτες.
 Ο κύριος Σκίνερ ανέλαβε την έδρα του στο κοινοβούλιο χτες.
parliament n archaic (assembly, meeting)επιτροπή ουσ θηλ
 The parliament of bishops meets only every three years.
 Η επισκοπή επιτροπή συνεδριάζει μόνο κάθε τρία χρόνια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
HP npl UK, initialism (Houses of Parliament)Βουλή ουσ θηλ κύρ
  κοινοβούλιο ουσ ουδ
hung parliament n UK (politics: no majority party)βουλή χωρίς αυτοδυναμία περίφρ
Σχόλιο: A hung parliament occurs when no single political party obtains a majority.
 The outcome of the election was a hung parliament, so the party in power formed a coalition with one of the smaller parties.
member of Parliament n UK (MP: elected representative) (ΗΒ)βουλευτής ουσ αρσ
 My brother has been elected Member of Parliament for Newtown West.
Member of the European Parliament n (representative in EU body)μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου φρ ως ουσ ουδ
  μέλος του Ευρωκοινοβουλίου φρ ως ουσ ουδ
MEP n initialism (Member of the European Parliament)ευρωβουλευτής ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη)ευρωβουλευτίνα ουσ θηλ
 The MEPs voted on the new legislation.
parliament building n (structure housing legislative offices) (κτίριο)βουλή ουσ θηλ
  κοινοβούλιο ουσ ουδ
  (σπάνιο)βουλευτήριο ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'parliament' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση parliament στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «parliament».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!