WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| overwrite [sth]⇒ vtr | (write on top of) | αντικαθιστώ ρ μ |
| | (επίσημο: υπολογιστές) | επεγγράφω ρ μ |
| | He has logged into my computer and overwritten my file! |
| | Συνδέθηκε στον υπολογιστή μου και αντικατέστησε το αρχείο μου! |
| overwrite [sth] with [sth] vtr + prep | (write on top of) (κάτι με κάτι) | αντικαθιστώ ρ μ |
| | The book's first page had been overwritten with a comment. |
| | Η πρώτη σελίδα του βιβλίου είχε αντικατασταθεί με ένα σχόλιο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| overwrite [sth] vtr | (write in a wordy style) (ποσότητα) | γράφω υπερβολικά πολλά περίφρ |
| | (είδος λόγου) | γράφω περίπλοκα περίφρ |
| | She overwrote the report, thinking that a wordy style was wanted. |
| | Έγραψε υπερβολικά πολλά στην αναφορά, νομίζοντας ότι χρειαζόταν αναλυτικός τρόπος γραφής. |
| | Έγραψε περίπλοκα στην αναφορά, νομίζοντας ότι χρειαζόταν περίπλοκος τρόπος γραφής. |