WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| overarching adj | (forming an arc over [sth]) | αυτός που σχηματίζει αψίδα πάνω από κάτι |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| | Entrance to the garden was via a gateway with overarching vines. |
| overarching adj | (all-encompassing) | κύριος, πρωταρχικος, κυρίαρχος επίθ |
| | Parenthood is the overarching theme of the novel. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| overarch⇒ vtr | (form an arch over) | γεφυρώνω ρ μ |
| | | δημιουργώ αψίδα πάνω από κτ περίφρ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Παρατίθενται ορισμένες εναλλακτικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση. |