outage

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈaʊtɪdʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈaʊtɪdʒ/ ,USA pronunciation: respelling(outij)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outage n (electricity, water: loss of supply) (ρεύματος, νερού κλπ)διακοπή ουσ θηλ
 A falling tree hit an overhead cable and the outage lasted several hours.
 Ένα δέντρο που έπεσε χτύπησε ένα υπέργειο καλώδιο και η διακοπή διήρκεσε αρκετές ώρες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outage n (computers: loss of power)διακοπή λειτουργίας φρ ως ουσ θηλ
 We couldn't get the work finished on time due to a computer outage.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'outage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [town, neighborhood] suffered a power outage, there was a power outage in the [town], the [storm, snow, ice] caused a power outage, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outage στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «outage».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!