• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
monoxide n (chemical compound)μονοξίδιο ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
carbon monoxide n (poisonous gas)μονοξείδιο του άνθρακα φρ ως ουσ ουδ
 Carbon monoxide fumes from car exhaust pipes have caused many deaths.
 All homes should have a carbon monoxide detector.
 Οι αναθυμιάσεις μονοξειδίου του άνθρακα από τις εξατμίσεις αυτοκινήτων έχουν προκαλέσει πολλούς θανάτους. // Όλα τα σπίτια θα έπρεπε να έχουν ανιχνευτή μονοξειδίου του άνθρακα.
copper monoxide n (chemical compound) (χημεία)οξείδιο του χαλκού φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση monoxide στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «monoxide».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!