• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
moil n (mining: handheld tool for cutting rock)σμίλη ουσ θηλ
  κοπίδι, καλέμι ουσ θηλ
moil n (blob of glass being blown) (φυσητό γυαλί)υαλόθραυσμα ουσ ουδ
moil n US, regional (hard work)μόχθος ουσ αρσ
  βιοπάλη ουσ θηλ
  (μεταφορικά)αγώνας ουσ αρσ
moil⇒ vi US, regional (work hard)μοχθώ ρ αμ
  εργάζομαι σκληρά περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
moil n archaic (turmoil, trouble, labor)αναταραχή, φασαρία ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση moil στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «moil».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!