• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
menopausal adj (relating to the menopause)εμμηνοπαυσιακός επίθ
menopausal adj (having transitioned to menopause)που έχει μπει στην εμμηνόπαυση περίφρ
  στην εμμηνόπαυση περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
post-menopausal woman n (female who no longer menstruates)γυναίκα μετά την εμμηνόπαυση φρ ως ουσ θηλ
  (επίσημο)γυναίκα στη μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο φρ ως ουσ θηλ
postmenopausal,
post-menopausal
adj
(woman: no longer menstruating)μετά την κλιμακτήριο
postmenopausal,
post-menopausal
adj
(period: after the menopause)μετακλιμακτηρικός, μετεμμηνοπαυσιακός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση menopausal στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «menopausal».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!