WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| marvel n | ([sth] impressive) | θαύμα, φαινόμενο ουσ ουδ |
| | The Rocky Mountains are full of natural marvels. |
| | Τα Βραχώδη Όρη είναι γεμάτα από θαύματα της φύσης. |
| marvel at [sth] vi + prep | (be impressed) | θαυμάζω, εντυπωσιάζομαι ρ αμ |
| | I marvel at how you can remember all those facts! |
| | Εντυπωσιάζομαι από το πως μπορείς να θυμάσαι όλα αυτά τα γεγονότα. |
marvel [sth], marvel that⇒ vtr | (be impressed that) (από κάτι) | εντυπωσιάζομαι ρ αμ |
| | | μένω έκπληκτος περίφρ |
| | He marveled that she could recite the entire play from memory. |
| | Εντυπωσιάστηκε που εκείνη μπορούσε να απαγγείλει ολόκληρο το έργο από μνήμης. |