• WordReference

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
low-paid,
low paid
adj
(job: poorly remunerated) (καθομιλουμένη)κακοπληρωμένος μτχ πρκ
  χαμηλόμισθος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 Teaching is a low-paid job in Argentina.
low-paid,
low paid
adj
(worker: earning little) (καθομιλουμένη)κακοπληρωμένος μτχ πρκ
  χαμηλόμισθος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 Low-paid workers sometimes take on second jobs just to pay their day-to-day living expenses.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'low-paid' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση low-paid στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «low-paid».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!