• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: lathing, lathe

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lathing n (building: use of lath)τοποθέτηση πηχακίων, τοποθέτηση βεργών φρ ως ουσ ουδ
lathing n (building: quantity of lath in place) (στο σύνολό τους)πηχάκια ουσ ουδ πλ
  βέργες ουσ θηλ πλ
lathing n (building: material used as lath) (υλικό)πηχάκια ουσ ουδ πλ
  βέργες ουσ θηλ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lathe n (woodworking)τόρνος ουσ αρσ
 Joe turned a walnut bowl on the lathe.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
lathe | lathing
ΑγγλικάΕλληνικά
wood lathe n (machine for turning wood)ξυλότορνος ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lathing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lathing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!