kidnapping

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɪdnæpɪŋ/

From the verb kidnap: (⇒ conjugate)
kidnapping is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p (US & UK)
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: kidnapping, kidnap

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kidnapping n (abduction of person)απαγωγή ουσ θηλ
 Nancy never recovered from her kidnapping.
 Η Νάνσι δεν συνήλθε ποτέ από την απαγωγή της.
kidnapping n (holding [sb] to ransom)απαγωγή ουσ θηλ
 Kidnapping for cash is becoming too common in some countries.
 Οι απαγωγές για λύτρα έχουν γίνει εξαιρετικά συνηθισμένες σε κάποιες χώρες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kidnap [sb] vtr (abduct)απάγω ρ μ
 Someone kidnapped a young girl after school yesterday.
 Κάποιος απήγαγε ένα νεαρό κορίτσι μετά το σχολείο χτες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kidnap n informal (kidnapping)απαγωγή ουσ θηλ
 He and his brother planned the kidnap carefully, but they were too afraid to carry it out.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'kidnapping' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση kidnapping στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «kidnapping».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!