• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
instigate [sth]⇒ vtr (cause: [sth]) (κάνω την αρχή)ξεκινάω ρ μ
  (είμαι το αίτιο)προκαλώ, επιφέρω ρ μ
 Who instigated the inquiry into the missing files?
instigate [sb] to do [sth] v expr (incite, provoke: [sb]) (κάποιον να κάνει κάτι)ωθώ, εξωθώ, παρακινώ ρ μ
  υποκινώ ρ μ
 We're hoping to instigate the workers to revolt.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση instigating στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «instigating».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!