WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
| Κύριες μεταφράσεις |
| in the beginning adv | (at the start) | στην αρχή περίφρ |
| | In the beginning I couldn't see anything, but then my eyes became used to the darkness. |
| | Στην αρχή δεν μπορούσα να δω τίποτα, στη συνέχεια όμως τα μάτια μου συνήθισαν το σκοτάδι. |