• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
igniter n ([sth] that ignites)μέσο ανάφλεξης, μέσο πυροδότησης φρ ως ουσ ουδ
 The terrorists used a simple mixture of household chemicals as an igniter.
igniter n (explosives: fuse)αναφλεκτήρας ουσ αρσ
igniter n (electrical device)αναφλεκτήρας ουσ αρσ
igniter n (electrode)αναφλεκτήρας ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
igniter n ([sb] that ignites)αυτός που βάζει κτ περίφρ
 There were those who said we were the igniters of the fire, but that simply wasn't true.
 Υπήρχαν κάποιοι που δήλωσαν ότι έβαλαν τη φωτιά, αλλά αυτό απλά δεν ήταν αλήθεια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση igniter στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «igniter».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!