humbled

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhʌmbəld/

From the verb humble: (⇒ conjugate)
humbled is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: humbled, humble

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
humbled adj (made to feel humility)που νιώθει ταπεινοφροσύνη περίφρ
  που νιώθει ταπεινότητα περίφρ
  που νιώθει ταπεινός περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
humble adj ([sb]: self-effacing)ταπεινός επίθ
  σεμνός επίθ
  (λόγιος)ταπεινόφρων επίθ
 Tyler is a humble man, and always happy to help.
 Ο Τάιλερ είναι ένας ταπεινός άνθρωπος και χαίρεται πάντα να βοηθάει.
humble adj (origins: low) (μεταφορικά)ταπεινός επίθ
 The politician had humble beginnings, and didn't forget the poor when he was in office.
 Ο πολιτικός ήταν ταπεινής καταγωγής και δεν ξεχνούσε τους φτωχούς όταν ήταν στην ηγεσία.
humble adj (simple)απλός, λιτός, απέριττος επίθ
  (μεταφορικά)ταπεινός επίθ
 Jim sold his business and retired in a humble cottage outside of town.
 Ο Τζιμ πούλησε την επιχείρησή του και αποσύρθηκε σε ένα λιτό σπιτάκι έξω από την πόλη.
humble [sb] vtr often passive (make [sb] humble)κάνω κπ να νιώσει ταπεινός έκφρ
  (μεταφορικά)κάνω κπ να νιώσει μικρός έκφρ
 Reading works of great literature humbles me as an author.
 The president was humbled by being offered the Nobel Peace Prize.
 Όταν διαβάζω εκπληκτικά λογοτεχνικά έργα νιώθω μικρός ως συγγραφέας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
humble | humbled
ΑγγλικάΕλληνικά
eat humble pie v expr figurative (be forced to admit error) (για κάτι που είπα)ανακαλώ ρ μ
  παίρνω πίσω τα λόγια μου έκφρ
  (γενικά)παραδέχομαι το λάθος μου έκφρ
 Well I was wrong, so I guess I'll just have to eat humble pie.
 The team are making their detractors eat humble pie with a series of impressive wins.
humble pie n figurative (forced humiliation)ένα καλό μάθημα έκφρ
  ταπείνωση ουσ θηλ
  ξεφτίλα ουσ θηλ
 Well, after that defeat, I guess humble pie will be on the menu for quite some time.
humble yourself vtr + refl (show humility or deference)δείχνω ταπεινότητα/σεβασμό έκφρ
 Do not humble yourself when you are seeking a job.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'humbled' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση humbled στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «humbled».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!